Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018

Βάλια Κάλντα

Εθνικός Δρυμός Πίνδου

Πήδηση στην πλοήγησηΠήδηση στην αναζήτηση
Ο ποταμός Αρκουδόρεμα στον Εθνικό Δρυμό Πίνδου
Ο Εθνικός Δρυμός Πίνδου, γνωστός και ως Βάλια Κάλντα βρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσπρόσιτη περιοχή της οροσειράς της Πίνδου στα όρια μεταξύ των νομών Γρεβενών και Ιωαννίνων. Η συνολική του έκταση φτάνει τα 68.990 στρέμματα.
Ο δρυμός περιλαμβάνει την κοιλάδα της Βάλια Κάλντα και του Αρκουδορέματος καθώς και τα βουνά Λύγκος και Μαυροβούνι. Χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από την ποικιλία μορφολογικών αντιθέσεων με απότομους γκρεμούς και ορμητικούς χειμάρρους, καθώς και πυκνά δάση.









Γεωγραφικά στοιχεία

Το πάρκο βρίσκεται στα σύνορα του Νομού Γρεβενών με τον Νομό Ιωαννίνων, βόρεια της πόλης του Μετσόβου και περιφερειακά βρίσκονται τα χωριά ΒωβούσαΠεριβόλιΚρανιά Γρεβενών και Μηλέα Γρεβενών. Δεν υπάρχουν οικισμοί εντός των ορίων της προστατευόμενης περιοχής. Ο πυρήνας του Δρυμού καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της κοιλάδας της Βάλια Κάλντα («ζεστή κοιλάδα» στα Βλάχικα) και τις πλαγιές των γύρω κορυφών. Αυτές οι κορυφές, μέρος της οροσειράς Λύγκος, σχηματίζουν ένα πέταλο γύρω από την κοιλάδα, αφήνοντας ένα άνοιγμα προς τη Δύση. Αρκετές κορυφές φτάνουν σε υψόμετρο πάνω από 2000 μέτρα. Μεταξύ αυτών βρίσκονται οι κορυφές Αυγό (2.177 μ.), Κακοπλεύρι (2.160 μ.), Φλέγγα (2.159 μ.), Τρία σύνορα (2.050 μ.), Αυτιά (2.082 μ.) και Σαλατούρα (2.019 μ.).
Στο δρυμό ανήκουν και τα δύο μικρά ορεινά ρέματα, ο Σαλατούρας και το Ζεστό ρέμα, που ενώνονται με το Αρκουδόρεμα, τον ορμητικό παραπόταμο του Αώου.
Ο Δρυμός περιλαμβάνει συνολικά 68.990 στρέμματα από τα οποία 33.490 ανήκουν στον πυρήνα και 35.500 στη ζώνη προστασίας.
Αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους και παρθένους δρυμούς. Είναι από τους τελευταίους βιότοπους της καφετιάς αρκούδας, του αγριόγατου και του αγριόγιδου [3]καθώς και χώρος όπου καταφεύγουν να ξεχειμωνιάσουν τα πιο σημαντικά είδη της ελληνικής πανίδας. Κάθε χρόνο δεκάδες περιηγητές επισκέπτονται την κοιλάδα της Βάλια Κάλντα ώστε να θαυμάσουν τα μοναδικά και αξέχαστα τοπία της.

Χλωρίδα - Πανίδα

Βρίσκεται σε υψόμετρο 1400 μέτρων και περικλείεται από βουνά με υψόμετρο πάνω από 2000 μέτρα μεταξύ αυτών βρίσκονται οι κορυφές Αυγό (2.177 μ.), Πυροστία (1.965 μ.), Αυτιά (2.055 μ.), Μηλιά (2.180 μ.), Φλέγκα (2.158 μ.), Κακοπλεύρι (2.160 μ.), Τρία σύνορα (2.050 μ.) και Σαλατούρα (2.019 μ.).
Στα όρια της περικλείεται έκταση 69.000 στρεμμάτων. Από αυτή την έκταση τα 35.000 στρέμματα αποτελούν την προστατευόμενη περιοχή γύρω από τον πυρήνα. Ο Δρυμός σκοπεύει στην προστασία της πλούσιας πανίδας και χλωρίδας με ιδιαίτερη έμφαση στα αιωνόβια ρόμπολα και μαυρόπευκα.
Κόκκινος κρίνος στον εθνικό δρυμό
Ο δρυμός καλύπτεται από εκτεταμένα δάση κωνοφόρων και οξιάς και πάρα πολλά είδη ενδημικών φυτών των Βαλκανίων και της Ελλάδας(ανάμεσά τους το ενδημικό φυτό της περιοχής Centaurea vlachorum, που ονομάστηκε έτσι προς τιμήν των Βλάχων που κατοικούν στα γειτονικά χωριά).
Η κοιλάδα περικλείεται από τους γύρω ορεινούς όγκους της Βαλέα. Στον δρόμο θα συναντήσουμε τα ομορφότερα δάση Μαύρης Πεύκης, Οξιάς, Λευκόδερμης όπως και διάσπαρτα άτομα Πεύκης.
Επίσης, πολύ πλούσια είναι τόσο η χλωρίδα όσο και η πανίδα της περιοχής. Φιλοξενεί περισσότερα από 80 είδη πουλιών (11 από τα οποία είναι αρπακτικά) ορισμένα είναι και προστατευόμενα. Μερικά από αυτά τα πουλιά είναι γεράκιαγερακίνεςαετοί όπως επίσης πουλιά του δάσους και των νυκτόβιων.
Αποτελεί καταφύγιο για κάθε λογής άγριο ζώο. Άλλα σπάνια θηλαστικά που ζουν εκεί είναι η βίδρα, το ζαρκάδι και ο αγριόγατος. Στα ποτάμια της κοιλάδας συναντάμε δυο σπάνια είδη πέστροφας (Trutta fario και Salvelinus fontinalis). Επιπλέον, υπάρχουν πολλά είδη μανιταριών και ερπετών όπως οχιές, σαύρες, σαλαμάνδρεςαστρίτες. Επτά από αυτά τα είδη προστατεύονται σε ολόκληρο τον κόσμο.

Πρόσβαση στην περιοχή

Η κοιλάδα είναι προσβάσιμη από 3 σημεία:
  1. Tα χωριά Περιβόλι και Βοβούσα
  2. Τα χωριά Κρανιά και Μικρολίβαδο
  3. Τη Μηλιά Μετσόβου

Διαδρομές της περιοχής

Οι πιο σημαντικές διαδρομές για την διάσχιση είναι πέντε. Με διαφορετικό βαθμό δυσκολίας προσφέρουν εναλλαγές στη γεωμορφολογία, στο υψόμετρο, στις εικόνες και στις σκέψεις του πεζοπόρου.
  • 1η ΔΙΑΔΡΟΜΗ: Σταυρός της Βάλια Κάλντα- κορυφή Ζιώγα- αρχή Αρκουδορέματος
  • 2η ΔΙΑΔΡΟΜΗ: Σταυρός της Βάλια Κάλντα- Αρκουδόρεμα- Βοβούσα (μπορεί να γίνει και ανάποδα)
  • 3η ΔΙΑΔΡΟΜΗ: Κοιλάδα της Βάλια Κάλντα- αρχή Αρκουδορέματος
  • 4η ΔΙΑΔΡΟΜΗ: Αρκουδόρεμα- Λίμνες Φλέγκας- Κορυφή Φλέγκας
  • 5η ΔΙΑΔΡΟΜΗ: Λίμνη Αώου- Ορειβατικό καταφύγιο- Κορυφή Φλέγκα- Λίμνες Φλέγκας- Αρκουδόρεμα

Ορειβατικά Καταφύγια

  • Μαυροβούνι. Στη θέση Kόκκινη Bρύση και σε υψόμετρο 1950μ. βρίσκεται κτισμένο ένα υπέροχο πέτρινο καταφύγιο που κατασκεύασε ο Δήμος Μετσόβου. Eχει χωρητικότητα 30 ατόμων και διαθέτει κουζίνα και μαγειρικά σκεύη.
  • Βοβούσα. Στη θέση Λάριανη 2 χιλιόμετρα πριν το οικισμό της Βοβούσας βρίσκεται το σύγχρονο και πανέμορφο καταφύγιο της Βοβούσας χωρητικότητας 52 ατόμων. Παρέχει ολοκληρωμένες καταλυμματικές υπηρεσίες καθώς και υποστηρικτικές υπηρεσίες (ξενάγηση- συνοδεία βουνού).
Στην ευρύτερη περιοχή του Δρυμού υπάρχουν και δυο πυροφυλάκια που μπορούν, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, να χρησιμεύσουν σαν καταφύγια. Το πυροφυλάκιο στην κορυφή του όρους Αυγό, που είναι εγκαταλειμμένο και πλήττεται συχνά από κεραυνούς, και το πυροφυλάκιο της Τσούκα Ρόσσα που λειτουργεί κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Κλίμα

Το κλίμα είναι ορεινό-μεσογειακό από τα πλουσιότερα στην Ελλάδα σε κατακρημνίσματα και χιονοπτώσεις. Περιλαμβάνει πολλές βροχές και καταιγίδες επηρεασμένες από το ανάγλυφο με υψηλή νέφωση και ομίχλες. Οι σφοδροί άνεμοι δημιουργούν παγοκρυστάλλους και οι παγετοί είναι συνηθισμένοι από τον Οκτώβριο μέχρι τον Μάιο. Τα καλοκαίρια είναι δροσερά με τοπικές βροχές.

Γεωλογία

Ο Δρυμός βρίσκεται πάνω σε μάζες οφειολιθικών συμπλεγμάτων οι οποίες καλύπτουν όλη την περιοχή βόρεια του Μετσόβου έως και την κορυφή του όρους Σμόλικας.Τα εδάφη του Δρυμού σχηματίστηκαν από την αποσάθρωση του περιδοτίτη και του σερπεντίνη (Μαγματογενή πετρώματα).

Ιστορία

Το σύνολο των ιστοριογραφικών πληροφοριών και των αρχαιολογικών ευρημάτων της περιοχής ενισχύουν την άποψη ότι πρόκειται για μια περιοχή που κατοικήθηκε από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.Κοντά στο χωριό Περιβόλι ανακαλύφθηκε τάφος που στο εσωτερικό του περιείχε μεγάλο χάλκινο λέβητα με ζωόμορφες λαβές καθώς και άλλα κτερίσματα των αρχαϊκών και κλασσικών χρόνων.Μεταξύ του χωριού Βοβούσας και Περιβολίου, στη θέση «Παλαιομονάστηρο», βρέθηκαν ερείπια οικισμού ο οποίος κατοικούνταν από την Ελληνιστική έως και την Υστερορωμαϊκή εποχή. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, τα χωριά που βρίσκονται γύρω από το Δρυμό απέκτησαν σημαντικά προνόμια. Η Βοβούσα, το Φλαμπουράρι και το Γρεβενίτι, ως χωριά του Ζαγορίου, επωφελήθηκαν των ιδιαίτερων διοικητικών και οικονομικών προνομίων της περιοχής αυτής. Το ειδικό προνομιακό καθεστώς του Μετσόβου προέκυψε σαν αποτέλεσμα της αναγκαιότητας της συνεργασίας μεταξύ των κατοίκων του που έλεγχαν την ορεινή διάβαση του Ζυγού και των εκάστοτε κρατούντων που επιθυμούσαν τη διατήρηση καλών σχέσεων μαζί τους προκειμένου να εξασφαλίζεται η ομαλή και ασφαλής διακίνηση προσώπων και αγαθών από τις δύο πλευρές της Πίνδου. Οι κύριες παραγωγικές δραστηριότητες της περιοχής ήταν - όπως ακόμα και σήμερα - η υλοτομία και η νομαδική κτηνοτροφία. Παλιότερα στην περιοχή γνώρισε μεγάλη άνθηση το εμπόριο και η βιοτεχνία υφαντών ενώ πολλοί κάτοικοι ξενιτεύονταν σε διάφορες πόλεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και αλλού. Η ευρύτερη περιοχή του Δρυμού υπήρξε πατρίδα και εστία δράσης ονομαστών αρματολών, γεγονός που μαρτυριέται και από τα δημοτικά μας τραγούδια.

Ποτάμια

Η κοιλάδα διασχίζεται από δύο ρέματα το Ποταμάκι ζεστό και Σαλιατούρας Ρέμα όπου μαζί σχηματίζουν το Αρκουδόρεμα. Αποτελεί παραπόταμο του Αώου ποταμού και είναι ένα από τα βασικά αξιοθέατα της Βάλια Κάλντα καθώς περιλαμβάνεται σε όλες τις διαδρομές εξερεύνησης της.

Λίμνες

Ψηλά στη Βάλια Κάλντα κάτω από την κορυφή Φλέγκα υπάρχουν δυο λιμνούλες (δρακολίμνες) που έχουν ολόκληρο τον χρόνο νερό και είναι από τα ξεχωριστά αξιοθέατα της περιοχής γιατί βρίσκονται σε υψόμετρο 1960 μέτρων. Σύμφωνα με τον μύθο οι δράκοι της Πίνδου ζούσαν ο ένας στο Σμόλικα και ο άλλος στη Γκαμήλα. Ο ένας πετούσε βράχους και ο άλλος κορμούς. Στο γεγονός αυτό(σε συνδυασμό με το μεγάλο πληθυσμό τριτώνων που κατοικούν σε αυτές) αποδίδεται και η ονομασία δρακολίμνες.

Ποταμός Αξιός

Αξιός

Ο Αξιός ή Βαρδάρης (σλαβομακεδονική:Вардар ) είναι ο μεγαλύτερος ποταμός που διασχίζει τη Μακεδονία και ο δεύτερος μεγαλύτερος των Βαλκανίων (μετά τον Έβρο), με μήκος 380 km, από τα οποία μόνο τα 76 είναι σε ελληνικό έδαφος. Το πλάτος του κυμαίνεται από 50 - 600 m και το βάθος του φτάνει τα 4 m. Πηγάζει από το όρος Σκάρδος (Σάρ), στα Σερβοαλβανικά σύνορα, διασχίζει την κοιλάδα των Σκοπίων, μπαίνει στο Ελληνικό έδαφος, διασχίζει τη Μακεδονία και χύνεται στο Θερμαϊκό κόλπο.

Ονομασία

Στους αρχαίους χρόνους ονομαζόταν Άξιος ή Αξειός και Ναξειός. Η λέξη Αξιός έχει μακεδονική ρίζα από το αξός που σημαίνει δάσος ή ύλη και πραγματικά οι όχθες του Αξιού είναι δασώδεις.
Ο Αισχύλος στην τραγωδία Πέρσαι αναφέρει τη λίμνη Βόλβη στην περιγραφή της πορείας που ακολούθησαν οι ηττημένοι Πέρσες: « ἔς τε Μακεδόνων χώραν ἀφικόμεσθ᾽, ἐπ᾽ Ἀξιοῦ πόρον, Βόλβης θ᾽ ἕλειον δόνακα, Πάγγαιόν τ᾽ ὄρος » ( «φτάσαμε στη Μακεδονία, στον Αξιό, και στους βάλτους και τις καλαμιές της Βόλβης και στο Παγγαίο όρος»).
Το όνομα Βαρδάρης είναι μεσαιωνικό και εμφανίζεται κατά το 10ο αιώνα. Προέρχεται από τη τουρανική φυλή των Ούγγρων Τούρκων, που μετά από επιδρομές, κατά τον 7ο αιώνα, συνθηκολόγησε με τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου (Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας) και έτσι εγκαταστάθηκε στην κοιλάδα του Αξιού καλλιεργώντας εδάφη που της παραχωρήθηκαν. Οι πληθυσμοί αυτοί, αργότερα έδωσαν το όνομα "Βαρδάρης" στον ποταμό Αξιό και οι ίδιοι ονομάστηκαν αργότερα Βαρδαριώτες. Αφομοιώθηκαν γρήγορα από τους ντόπιους Ελληνικούς πληθυσμούς και εξαφανίστηκαν από την ιστορία. Το όνομα Βαρδάρης για τον Αξιό όμως, έμεινε ως και σήμερα.

Περιγραφή

Ο Αξιός, εκτός από τον κύριο κλάδο που πηγάζει από τον Σκάρδο στα σύνορα πΓΔΜ - Σερβίας, στο Κοσσυφοπέδιοπεριλαμβάνει και ένα πλήθος παραποτάμων. Ο μεγαλύτερος παραπόταμος είναι ο Εριγών, εντός του εδάφους της πΓΔΜ, στον οποίο χύνονται και ο Σακουλέβας που πηγάζει από την Ελλάδα στην περιοχή της Φλώρινας και ο Υδραγόρας που διαρρέει το Μοναστήρι. Άλλοι παραπόταμοι εντός Ελληνικού εδάφους είναι o Σείριος και το Μέγα Ρέμα (Κοτζάντερε) που πηγάζουν από το Πάικο, καθώς και το Ρέμα Βούρκου που πηγάζει από τα υψώματα του Γυναικοκάστρου και χύνεται στον Αξιό μέσω της τάφρου του Ανθοφύτου. Ένας άλλος παραπόταμος είναι το Αγιάκιπου πηγάζει από την περιοχή του Χέρσου και αφού συμβάλει σ' αυτόν ο Σιλεμλής (που πηγάζει από το ομώνυμο χωριό της πΓΔΜ) καταλήγει στον Αξιό μέσω του καναλιού του Λιμνοτόπου.
Η κοιλάδα του Αξιού, μαζί με αυτή του γειτονικού Στρυμόνα, είναι οι κύριες διαβάσεις από βορρά προς τον ελλαδικό χώρο. Απ' αυτές πέρασαν όλοι οι λαοί που μετανάστευαν προς τα νότια της Βαλκανικής χερσονήσου.
Οι όχθες του ποταμού περιβάλλονται από δάση με λεύκεςοξιές και πλατάνια, ενώ όσο πλησιάζουμε στις εκβολές κυριαρχούν τα αλμυρίκια και οι θάμνοι. Στο δέλτα του Αξιού εκτρέφονται περίπου 60 νεροβούβαλοι και 50 περίπου άλογα ζουν ελεύθερα στην περιοχή. Τα δάση του Αξιού φιλοξενούν λύκουςτσακάλιααγριόγατεςβίδρεςκ.α.
Αποτέλεσε θέατρο σημαντικών μαχών κατά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, με σημαντικότερη τη Μάχη του Αξιού (Μάιος του 1917).
Το 1934 έγινε ευθυγράμμιση της κοίτης του ποταμού, ο οποίος απειλούσε με πρόσχωση το λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Τα υλικά που εναποτίθενται, από τότε, έχουν δημιουργήσει το σημερινό δέλτα Αλιάκμονα - Αξιού.

Δέλτα Αξιού


Ο Αξιός από τη γέφυρα της Αξιούπολης
Το δέλτα του ποταμού κατά την αρχαιότητα βρισκόταν περίπου 10 χλμ βορειοανατολικότερα από το σημερινό. Έως τον 5ο αιώνα η σημερινή πεδιάδα της Θεσσαλονίκης καλυπτόταν από θάλασσα και η Πέλλα ήταν παραθαλάσσια, στο μυχό του αρχαίου Θερμαϊκού κόλπου.
Στην περιοχή που εκβάλει ο Αξιός σχηματίζεται ένα δέλτα έκτασης 22.000 στρέμματα. Στην ευρύτερη περιοχή εκβάλλουν και οι ποταμοί ΛουδίαςΑλιάκμονας και Γαλλικός και μαζί με τις αλυκές Κίτρους δημιουργούν έναν υδροβιότοπο μεγάλης έκτασης και σημασίας, ο οποίος προστατεύεται από τις συνθήκες Ράμσαρ και Βέρνης.
Στην περιοχή υπάρχουν σημαντικοί πληθυσμοί υδρόβιων πτηνών όπως ερωδιοίχαλκόκοτεςνεροχελίδονα και γαλιάντρες. Μαζί με τα είδη που καταφθάνουν την εποχή της μετανάστευσης υπερβαίνουν τα 200. Μεταξύ των ειδών αυτών υπάρχουν και αρπακτικά όπως ο θαλασσαετός, ενώ ορισμένες φορές παρατηρούνται και διάφορα σπάνια για την περιοχή είδη[1].
Ο υδροβιότοπος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα "επιβίωσης" εξαιτίας της αλόγιστης ανθρώπινης δραστηριότητας. Τα βιομηχανικά και αστικά απόβλητα και τα λιπάσματα που μολύνουν τα ύδατα, η αμμοληψία, η λαθροθηρία και η υπεράντληση των υδάτων για άρδευση (Σκόπια) είναι μερικοί από τους κινδύνους που απειλούν τον υδροβιότοπο. Οι συγκεντρώσεις νιτρικών, νιτρωδών, αμμωνιακών αλάτων και ολικού φωσφόρου είναι εξαιρετικά υψηλές.[2] Οι συνθήκες που είχαν υπογραφεί το 1957 και ανανεώθηκαν το 1987 μεταξύ Ελλάδας και ενωμένης τότε Σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας, καθόριζαν τον όγκο των νερών του ποταμού που θα περνούσαν στην Ελλάδα σε όχι λιγότερο από 32 m³/s και τώρα έχουν περιοριστεί σε 10 m³/s εξ αιτίας φραγμάτων που κατασκευάζονται στην Π.Γ.Δ.Μ και της προαναφερθείσας υπεράντλησης (-57% για την περίοδο 1961-2000).

Εκτροπή κοίτης Αξιού ποταμού

Άγρια άλογα στο Δέλτα του Αξιού
Οι εκβολές του Αξιού ήταν παλιότερα 10 χλμ. ΒΑ από τη σημερινή τους θέση, κοντά στις εκβολές του ποταμού Γαλλικού, στο δυτικό στόμιο του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Ο κίνδυνος όμως να κλείσει το λιμάνι της Θεσσαλονίκης από προσχώσεις, οδήγησε στην εκτροπή της κοίτης του με εργασίες που άρχισαν το 1928 και ολοκληρώθηκαν το 1934. Έτσι οι εκβολές του μετατοπίστηκαν από το στόμιο του λιμανιού στο στόμιο του κόλπου της Θεσσαλονίκης, κοντά στις εκβολές του ποταμού Λουδία. Στην περιοχή του Βαλτοχωρίου έχει κατασκευαστεί το φράγμα της Έλλης, μήκους 1.132 m, με τα νερά του οποίου αρδεύονται με ανοιχτές διώρυγες (καναλέττα) περί τα 330.000 στρέμματα ακαθάριστης γεωργικής γης. Το παλιό Δέλτα του ποταμού διαβρώθηκε από τη θάλασσα, αλλά η ανάμειξη του αλμυρού με το γλυκό νερό δημιούργησαν ένα καινούργιο Δέλτα, που σήμερα θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους υγρότοπους διεθνούς σημασίας και έχει ανακυρηχθεί ως Εθνικό Πάρκο Δέλτα Αξιού. Το 1954 άρχισε να κατασκευάζεται και φράγμα του Αξιού στην Ελεούσα το οποίο και τέθηκε σε πλήρη λειτουργία το 1962, εξυπηρετώντας τον κάμπο της Θεσσαλονίκης, ανατολικά και δυτικά της κοίτης του ποταμού. Με δύο αγωγούς, το νερό διοχετεύεται στα αρδευτικά δίκτυα, από τα οποία ποτίζονταν μέχρι τα τελευταία χρόνια 125.000 στρέμματα ανατολικά και 225.000 δυτικά. Σήμερα, τα 35.000 στρέμματα ποτίζονται από τον ποταμό Αλιάκμονα και από το φράγμα Ελεούσας, που δίνει 25 κυβικά μέτρα νερού το δευτερόλεπτο, ποτίζονται 320.000 στρεμμάτων. Το μεγαλύτερος μέρος των καλλιεργειών είναι ρύζι, βιομηχανική τομάταβαμβάκικαλαμπόκι και μικρές εκτάσεις κηπευτικών.

Σύνδεση του Αξιού με τον Δούναβη

Τα τελευταία χρόνια συζητείται πλέον σοβαρά η σύνδεση του Αξιού με τον Δούναβη , ενα τεράστιο τεχνικό έργο με μεγάλη γεωπολιτική σημασία.

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018

Όλυμπος

Όλυμπος


Όλυμπος
Mount Olympus, Greece.png
Άποψη του βουνού από τα ανατολικά
Όλυμπος βρίσκεται στο τόπο Ελλάδα
Όλυμπος
Όλυμπος
Ύψος2.918 μέτρα
ΚορυφήΜύτικας
Γεωγραφικά στοιχεία
Γεωγραφικό ΔιαμέρισμαΘεσσαλίαΜακεδονία
ΠεριοχήΛάρισαΠιερία
Ο Όλυμπος είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας γνωστό παγκοσμίως κυρίως για το μυθολογικό του πλαίσιο, καθώς στην κορυφή του (Μύτικας-2.918 μ.) κατοικούσαν οι Δώδεκα «Ολύμπιοι» Θεοί σύμφωνα με τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων. Είναι επίσης το δεύτερο σε ύψος βουνό στα Βαλκάνια (μετά τη Ρίλα στη Βουλγαρία). Ο συμπαγής ορεινός του όγκος δεσπόζει επιβλητικός στα όρια Μακεδονίας και Θεσσαλίας, με μια σειρά από ψηλές κορυφές που αυλακώνουν βαθιές χαράδρες, γύρω από τις οποίες εκτείνεται μια περιοχή ιδιαίτερης βιοποικιλότητας. Για την προστασία της μοναδικής αυτής κληρονομιάς, ανακηρύχθηκε ήδη από το 1938 ως ο πρώτος Εθνικός Δρυμός της Ελλάδας.
Κάθε χρόνο χιλιάδες φυσιολάτρες επισκέπτονται τον Όλυμπο, για να θαυμάσουν από κοντά τη γοητεία της φύσης του και να χαρούν την περιήγηση στις πλαγιές του και την κατάκτηση των κορυφών του. Οργανωμένα ορεινά καταφύγια με ποικίλες ορειβατικές και αναρριχητικές διαδρομές βρίσκονται στη διάθεση των επισκεπτών που θέλουν να εξερευνήσουν τις ομορφιές του. Κλασική αφετηρία αποτελεί η κωμόπολη του Λιτόχωρου στους ανατολικούς πρόποδες του βουνού, 100 χλμ από τη Θεσσαλονίκη, όπου στις αρχές κάθε καλοκαιριού καταλήγει ο Ορειβατικός Μαραθώνιος Ολύμπου.

Ετυμολογία

Για την ετυμολογία της ορεωνυμίας «Όλυμπος» έχουν εκφραστεί διάφορες εκδοχές (ουρανός, λαμπρός, ψηλός, βράχος κ.α.). Κατά μία εκδοχή, η λέξη Όλυμπος είναι προελληνικό τοπωνύμιο αγνώστου ετύμου, του οποίου η αρχική σημασία θα πρέπει να ήταν απλά «βουνό».

Οριοθέτηση

Ο Όλυμπος, το υψηλότερο βουνό της Ελλάδας βρίσκεται στα νοτιοδυτικά όρια της Μακεδονίας με τη Θεσσαλία, ορίζοντας τα σύνορα των νομών Πιερίας και Λάρισας(συντεταγμένες 40°05'Β 22°21'Α). Η επίδραση της βροχής και του ανέμου σε συνδυασμό με τις συχνά βίαιες δυνάμεις της φύσης σμίλευσαν τη σημερινή μορφή του Ολύμπου που υψώνεται περήφανα σαν γιγάντιος πύργος σχεδόν στα 3.000 μ., χωρίς κανένα γύρω βουνό να αμφισβητεί την κυριαρχία του. Βρίσκεται μόλις 18 χλμ. από την παραλία του Λιτόχωρου και έτσι αρκετοί τολμηροί κατορθώνουν να συνδυάσουν αυθημερόν τις χιονισμένες κορυφές με ένα μπάνιο στις Ολυμπιακές ακτές.
Δορυφορική φωτογραφία της περιοχής του Ολύμπου
Φωτογραφία της περιοχής του Ολύμπου από τη Στρατόσφαιρα
Τα όρια του βουνού εκτείνονται σχεδόν κυκλικά σε περίμετρο 150 χλμ., με μέση διάμετρο 26 χλμ. ως εξής: στα βορειοδυτικά, ξεκινώντας από το βλαχοχώρι του Κοκκινοπλού, το Μακρύρεμα χωρίζει τον Όλυμπο από τον ορεινό όγκο της Βουλγάρας και στις βορειοανατολικές υπώρειες συναντούμε τα χωριά Πέτρα, Βροντού και Δίον ενώ στην ανατολική πλευρά υπάρχει η κωμόπολη του Λιτόχωρου, όπου καταλήγει το φαράγγι του Ενιπέα (Βύθου), που κόβει στη μέση τον ορεινό όγκο. Στη νοτιοανατολική πλευρά η χαράδρα της Ζηλιάνας αποτελεί φυσικό διαχωριστικό όριο από τον Κάτω Όλυμπο ενώ στις νοτιοδυτικές υπώρειες βρίσκονται τα χωριά Συκαμινέα και Καρυά. Δυτικά τα όρια ορίζονται από τη Μονή Αγίας Τριάδας Σπαρμού και το χωριό Πύθιο.
Στις υπώρειες του Ολύμπου εκτείνεται το Ξηροκάμπι, ζώνη με χαμηλή βλάστηση και μικροπανίδα και πιο ανατολικά η εύφορη πεδιάδα του Δήμου Δίου, την οποία διασχίζουν τα ρέματα του Ολύμπου, προτού καταλήξουν στο Θερμαϊκό Κόλπο.

Γεωλογία

Ο Όλυμπος είναι ένα συμπαγές, σχετικά μικρό σε έκταση (600 τετραγωνικά χιλιόμετρα) αλλά πολύκορφο και βραχώδες βουνό με σχεδόν κυκλικό σχήμα. Από τα σχετικά νεώτερα βουνά μας, αφού η ηλικία των κυρίως πετρωμάτων του υπολογίζεται ότι δεν ξεπερνά τα 200.000.000 χρόνια, όταν το μεγαλύτερο τμήμα της Ελλάδας -και της Μεσογείου- βρισκόταν στον πυθμένα μιας ρηχής θάλασσας, όπου αποτέθηκαν τα κύρια υλικά, από τα οποία αργότερα σχηματίσθηκαν τα σημερινά πετρώματα. Τα διάφορα γεωλογικά γεγονότα που ακολούθησαν, προκάλεσαν την ανάδυση όλης της περιοχής και τον βυθό της Θάλασσας. Πριν από 1.000.000 χρόνια οι παγετώνες κάλυψαν τον Όλυμπο και δημιούργησαν τα πλατώματα και τα κοιλώματα του βουνού. Με την άνοδο της θερμοκρασίας που ακολούθησε οι πάγοι έλιωσαν και οι χείμαρροι που δημιουργήθηκαν παρέσυραν μεγάλες ποσότητες θρυμματισμένων πετρωμάτων στα χαμηλότερα σημεία σχηματίζοντας τα αλλουβιακά ριπίδια που απλώνονται σ' ολόκληρη την περιοχή από τους πρόποδες του βουνού μέχρι την θάλασσα.

Μορφολογία

Ο Όλυμπος, όπως φαίνεται από την Πέτρα Πιερίας
Η πολύπλοκη γεωλογική ιστορία της περιοχής καταφαίνεται και από τη μορφολογία του Εθνικού Δρυμού και όλου του Ολύμπου: Χαρακτηριστικό του είναι οι βαθιές χαράδρες και οι δεκάδες ομαλές κορυφές, αρκετές από τις οποίες με υψόμετρο πάνω από 2.000 μ., όπως ο Άγιος Αντώνιος (2.815 μ.),ο Καλόγερος (2.700 μ.), η Τούμπα (2.801 μ.) και ο Προφήτης Ηλίας (2.803 μ.). Ωστόσο, οι κεντρικές, σχεδόν κάθετες βραχώδεις κορυφές είναι αυτές που εντυπωσιάζουν τον επισκέπτη, στο ύψος του Λιτόχωρου όπου το ανάγλυφο του βουνού διαγράφει στον ορίζοντα ένα εμφανές «V» ανάμεσα σε δύο σχεδόν ισοϋψείς κορυφές: Στο αριστερό σκέλος είναι η ψηλότερη κορυφή της Ελλάδας, ο Μύτικας («Πάνθεον» - 2.917 μ.) ενώ στο δεξιό, το Στεφάνι, («Θρόνος Διός» – 2.909 μ.) συνιστά την πιο εντυπωσιακή και απόκρημνη κορυφή του Ολύμπου, με τα τελευταία 200 μ., που υψώνονται κατακόρυφα, να είναι τα πιο απαιτητικά στην ανάβαση. Νοτιότερα, το Σκολιό ( 2η σε ύψος κορυφή με 2.912 μ.), ολοκληρώνει ένα τόξο περίπου 200 μοιρών, με τις ορθοπλαγιές να σχηματίζουν στη δυτική πλευρά ως τείχος μια εντυπωσιακή βαραθρώδη αμφιθεατρική κοιλότητα βάθους 700 μ. και περιφέρειας 1.000 μ.: τα «Μεγάλα Καζάνια». Στην ανατολική πλευρά των ψηλών κορυφών, οι απότομες πλαγιές τους σχηματίζουν παράλληλες ζωνοειδείς πτυχώσεις, τα «Ζωνάρια». Από εκεί, ακόμα στενότερες και απότομες χαρακώσεις, τα «Λούκια» οδηγούν στην κορυφή.
Στη βόρεια πλευρά, ανάμεσα στο Στεφάνι και τον Προφήτη Ηλία, εκτείνεται το «Οροπέδιο των Μουσών» στα 2.550 μ. ενώ νοτιότερα, στο κέντρο σχεδόν του ορεινού όγκου, συναντάμε το εκτεταμένο αλπικό λιβάδι της Μπάρας σε υψόμετρο 2.350 μ.
Το Οροπέδιο των Μουσών
Ο Θρόνος του Δία (Στεφάνι)
Οι πολλές χαράδρες και ρεματιές δίνουν στον Όλυμπο μια εικόνα σπάνιας ομορφιάς. Χαρακτηριστικότερες χαράδρες αυτή του Μαυρόλογγου-Ενιπέα (14 χλμ.) και του Μαυρατζά-Σπαρμού (13 χλμ.) που ενώνονται σχεδόν στη θέση Μπάρα και «κόβουν» τον ορεινό όγκο σε δύο ελλειψοειδή τμήματα. Στους νότιους πρόποδες, η μεγάλη ρεματιά της Ζιλιάνας, μήκους 13 χλμ. αποτελεί φυσικό σύνορο που χωρίζει το βουνό από τον Κάτω Όλυμπο. Επίσης υπάρχουν αρκετά βάραθρα καθώς και μια σειρά από σπήλαια, πολλά από τα οποία μένουν ακόμα ανεξερεύνητα.
Η φύση και η διάταξη των πετρωμάτων σε συνδυασμό με το κλίμα ευνοούν την εμφάνιση πολλών πηγών, κυρίως κάτω από τα 2.000 μ., μικρών εποχιακών λιμνών και χειμάρρων, και ενός μικρού ποταμού, του Ενιπέα, που οι πηγές του βρίσκονται στη θέση Πριόνια και οι εκβολές του στο Αιγαίο.

Μυθολογία

Το σχήμα του Ολύμπου, η πολύμορφη και ευμετάβλητη γοητεία της φύσης του, οι ψηλές κορυφές του, γεμάτες ομίχλη και χαμηλά σύννεφα που φέρνουν συχνά καταιγίδες, προκάλεσαν δέος και θαυμασμό στον προϊστορικό άνθρωπο που κατοίκησε στους πρόποδές του, όπου η αρχαιολογική σκαπάνη αποκαλύπτει σήμερα ευρήματα από οικισμούς της εποχής του σιδήρου. Οι πρώτοι αυτοί κάτοικοι της περιοχής θα δημιουργήσουν τους θρύλους που αργότερα θα αποδώσουν το Δωδεκάθεο των Αρχαίων Ελλήνων.
Οι δώδεκα θεοί κατοικούν στα φαράγγια, «τις πτυχές του Ολύμπου» όπως τα αποκαλεί ο Όμηρος- όπου βρίσκονται και τα παλάτια τους. Το Πάνθεον (ο σημερινός Μύτικας), είναι το σημείο συνάντησής τους, θέατρο των Θυελλωδών συζητήσεών τους. Ο θρόνος του Δία (το σημερινό Στεφάνι), φιλοξενεί αποκλειστικά τον αρχηγό των θεών, τον Δία (Ζευς). Από κει εξαπολύει τους κεραυνούς του δείχνοντας έτσι την «Θεϊκήν του μήνιν». Το δωδεκάθεο συμπληρώνουν η Ήρα, η Εστία, η Δήμητρα, ο Ποσειδώνας, η Αθηνά, ο Απόλλων, η Άρτεμις, ο Ερμής, ο Άρης, η Αφροδίτη και ο Ήφαιστος,Ο Όλυμπος στην Ιλιάδαονομάζεται μέγας, μακρύς, αιγλήεις (δηλ. λαμπρός), πολύδενδρος.
Στις ανατολικές παρυφές του Ολύμπου, στην Πιερία, η μυθολογική παράδοση τοποθέτησε τις εννέα Μούσες, προστάτιδες των Καλών Τεχνών, θυγατέρες του Δία και της Τιτάνιδας Μνημοσύνης: η Κλειώ, η Ευτέρπη, η Θάλεια, η Μελπομένη, η Τερψιχόρη, η Ερατώ, η Πολύμνια, η Ουρανία και η Καλλιόπη.

Ιστορία

Η ιστορία στάθηκε πολυτάραχη στον Όλυμπο, η ευρύτερη περιοχή του οποίου, πέρα από ιερό προσκύνημα, αποτέλεσε πεδίο μαχών για τον έλεγχο της πρόσβασης από τη Θεσσαλία στη Μακεδονία από τα αρχαία χρόνια. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το βουνό υπήρξε κρησφύγετο και ορμητήριο διασήμων κλεφτών και αρματολών.Στον Όλυμπο ιδρύθηκε το δεύτερο αρματολίκι στην Ελλάδα, με επικεφαλής τον Καρά Μιχάλη, το 1489. Η δράση των κλεφτών στον Όλυμπο έκαναν τους Τούρκους να ξεσπάσουν την οργή τους στη σύμμαχο των κλεφτών (στα τέλη του 17ου αιώνα) Μηλιά, την οποία κατέστρεψαν. Την περίοδο εκείνη έδρα του αρματολικίου του Ολύμπου και της Δυτικής Μακεδονίας γίνεται το Λιβάδι Ολύμπου και πρώτος αναγνωρισμένος διοικητής του ανέλαβε ο Πάνος Ζήδρος. Το 18ο αιώνα οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να αντικαταστήσουν τους αρματολούς (οι οποίοι μεταπήδησαν πολλές φορές στην τάξη των κλεφτών) με Τουρκαλβανούς αρματολούς, οι οποίοι λυμαίνονταν την ύπαιθρο της Μακεδονίας. Ωστόσο, μέχρι τη συνθηκολόγησή τους με τον Αλή Πασά, οι αρματολοί του Ολύμπου δε σταμάτησαν να αγωνίζονται σε στεριά και σε θάλασσα. Μεγάλα ονόματα που έδρασαν εκεί και σε άλλες περιοχές συμπεριλαμβάνουν το Νικοτσάρα, το Γεωργάκη Ολύμπιο και τη θρυλική οικογένεια των Λαζαίων.
Στις αρχές του 20ου αιώνα έως και τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, έδρασαν εδώ ληστές -γνωστότερος ο διαβόητος Γιαγκούλας. Κατά την εισβολή των Γερμανών το 1941 ο ελληνικός στρατός μαζί με μονάδες Νεοζηλανδών και Αυστραλών έδωσαν σημαντικές μάχες. Αμέσως μετά φώλιασε εδώ η Εθνική Αντίσταση ενώ λίγο αργότερα στο Λιτόχωρο άναψε η σπίθα που οδήγησε στον τραγικό εμφύλιο σπαραγμό.
Αποτέλεσμα εικόνας για ολυμπος

Αρχαία και μεσαιωνικά μνημεία

Ολόκληρος ο Πιερικός Όλυμπος κηρύχθηκε αρχαιολογικός και ιστορικός χώρος προκειμένου να διαφυλαχθεί η μνημειακή και ιστορική του όψη.
Στα 5 χλμ. από την θάλασσα, βρίσκεται το Δίον, ιερή πόλη των αρχαίων Μακεδόνων αφιερωμένη στο Δία και στους δώδεκα Θεούς. Η ακμή του τοποθετείται ανάμεσα στον 5ο π.Χ. και τον 5ο μ.Χ. αιώνα. Οι συνεχιζόμενες ανασκαφές, που άρχισαν το 1928, αποκάλυψαν πλούσια ευρήματα της μακεδονικής, ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής. Σήμερα, ένα μοναδικό αρχαιολογικό πάρκο 2.000 στρεμμάτων περιμένει τον επισκέπτη στο Δίον, με την αρχαία πόλη και τους λατρευτικούς χώρους-ιερά, που βρισκόταν έξω από τα τείχη της. Πολλά αγάλματα και άλλα ανεκτίμητης αξίας αντικείμενα φυλάσσονται στο γειτονικό μουσείο του Δίου.
Η Πίμπλεια και τα Λείβηθρα, άλλες δύο αρχαίες πόλεις στην περιοχή του Ολύμπου, σχετίζονται με τον μύθο του Ορφέα και τα ορφικά μυστήρια. Τον Ορφέα, γιό του Απόλλωνα και της Μούσας Καλλιόπης, η παράδοση θέλει να διδάσκει από εδώ τις μυστηριακές τελετές λατρείας του Διονύσου. Δίπλα στη θάλασσα, σε στρατηγική θέση στις πύλες της Μακεδονίας, ορθώνεται το κάστρο του Πλαταμώνα, που κτίστηκε ανάμεσα στον 7ο και 10 μ.Χ. αιώνα στην αρχαία πόλη Ηράκλεια.

Χριστιανικά μνημεία

Στην περιοχή του Ολύμπου υπάρχουν και αρκετά χριστιανικά μνημεία, ανάμεσά τους και το υψηλότερο ξωκλήσι της Ορθοδοξίας, αυτό του Προφήτη Ηλία, στην ομώνυμη κορυφή (2.803 μ.). Κτίστηκε τον 16ο αιώνα από τον Όσιο Διονύσιο τον εν Ολύμπω, που ίδρυσε και την σημαντικότερη Μονή της περιοχής.
Η Παλαιά Μονή Διονυσίου βρίσκεται σε υψόμετρο 820 μ. μέσα στη χαράδρα του ποταμού Ενιπέα, που είναι και οδικά προσβάσιμη από το Λιτόχωρο. Λεηλατήθηκε και κάηκε από τους Τούρκους, ενώ το 1943 καταστράφηκε από τους Γερμανούς κατακτητές, που υποπτεύονταν ότι αποτελούσε άντρο ανταρτών. Σήμερα έχει μερικώς αναστηλωθεί και λειτουργεί ως μετόχι της Νέας Μονής Διονυσίου, που βρίσκεται έξω από το Λιτόχωρο. Κοντά στο παλιό μοναστήρι, υπάρχει ακόμα το παρεκκλήσι της Γέννησης, σε ένα υπέροχο τοπίο μέσα σε ένα σπήλαιο με μια πηγή που αναβλύζει από το βράχο, όπου και πρωτομόνασε ο Όσιος Διονύσιος. Η μνήμη του Οσίου Διονυσίου εορτάζεται στις 23 Ιανουαρίου.
Σε δεσπόζουσα θέση σε υψόμετρο 820 μ. στην χαράδρα τις Ζηλιάνας, στις νότιες παρυφές του Ολύμπου βρίσκεται η Μονή Κανάλων, σε απόσταση 8 χλμ. από το χωριό Καρυά. Ιδρύθηκε το 1684 και από το 2001 ανακαινίστηκε και λειτουργεί ως γυναικεία μονή. Δυτικότερα, στην έξοδο του ρέματος του Μαυρατζά και σε υψόμετρο 1.020 μ. βρίσκεται η Μονή Αγίας Τριάδας του Σπαρμού, που ήκμασε στις αρχές του 18ου αιώνα και διέθετε μεγάλη περιουσία και βοήθησε να ιδρυθεί η μεγάλη σχολή της Τσαριτσάνης. Είχε εγκαταλειφθεί το 1932 και από το 2000 ανακαινίστηκε πλήρως και επαναλειτουργεί ως αντρικό μοναστήρι, υπαγόμενο στη Μητρόπολη Ελασσόνας.

Κλίμα - Καιρός

Σε γενικές γραμμές το κλίμα στον Όλυμπο μπορεί να χαρακτηριστεί μεσογειακού τύπου με ηπειρωτική επίδραση. Οι κατά τόπους διαφοροποιήσεις που παρουσιάζονται, είναι αποτέλεσμα της επίδρασης της θάλασσας και του έντονου ανάγλυφου της περιοχής.
Το καταφύγιο "Χρήστος Κάκαλος" και ο Προφήτης Ηλίας, όπως φαίνονται από το Στεφάνι
Στις χαμηλότερες περιοχές (Λιτόχωρο και πρόποδες) το κλίμα είναι τυπικά μεσογειακό, δηλαδή θερμό και ξηρό το καλοκαίρι – υγρό και ψυχρό τον χειμώνα. Στις υψηλότερες περιοχές είναι πιο υγρό και πιο τραχύ, με εντονότερα φαινόμενα: σ' αυτές τις περιοχές πέφτει συχνά χιόνι όλο το χειμώνα, ενώ η βροχή και το χιόνι είναι συνηθισμένα φαινόμενα και το καλοκαίρι. Η θερμοκρασία κυμαίνεται το χειμώνα από -10 °C μέχρι 20 °C και το καλοκαίρι γενικά από 0 °C μέχρι 20 °C, ενώ οι άνεμοι είναι σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Σε γενικές γραμμές, κάθε 200 μ. υψόμετρου η θερμοκρασία πέφτει κατά 1 °C. Όσο ανεβαίνει το υψόμετρο, τα φαινόμενα γίνονται εντονότερα και οι διακυμάνσεις στη θερμοκρασία και την υγρασία συχνά απότομες. Οι παραθαλάσσιες βορειανατολικές πλευρές του Ολύμπου δέχονται περισσότερες βροχές από τις ηπειρωτικές νοτιοδυτικές, με αποτέλεσμα σαφή διαφορά στη βλάστηση, που είναι πλουσιότερη στις πρώτες. Ο πιο θερμός μήνας είναι ο Αύγουστος ενώ ο πιο ψυχρός ο Φεβρουάριος.
Η ψηλότερη ζώνη του βουνού, πάνω από τα 2.000 μ., καλύπτεται από χιόνια για εννέα περίπου μήνες (Σεπτέμβριο - Μάιο). Σε ορισμένα σημεία οι άνεμοι συγκεντρώνουν χιόνι πάχους 8-10 μέτρων (ανεμοσούρια), ενώ σε μερικές βαθιές χαράδρες το χιόνι διατηρείται σε όλη τη διάρκεια του έτους (αιώνιο χιόνι). Για την αλπική αυτή περιοχή του Ολύμπου έγιναν μετρήσεις τη δεκαετία του 1960 από το πρώτο ορεινό μετεωροσκοπείο στην Ελλάδα, που λειτούργησε στην κορυφή Άγιος Αντώνιος (2.815 μ.), παρέχοντας μια σειρά από ενδιαφέροντα στοιχεία για το κλίμα του βουνού. Η μέση θερμοκρασία είναι -5 °C το χειμώνα και 10 °C το καλοκαίρι. Τα μέσα ετήσια βροχομετρικά ύψη κυμαίνονται από 149 cm στα Πριόνια (1.100 μ.) έως 170 cm στον Άγιο Αντώνιο, από τα οποία τα μισά περίπου είναι καλοκαιρινές βροχοπτώσεις-χαλαζοπτώσεις και τα υπόλοιπα χειμερινές χιονοπτώσεις. Μέσα στην ίδια ημέρα ο καιρός μπορεί να αλλάξει αρκετές φορές.
Τους καλοκαιρινούς μήνες οι βροχοπτώσεις είναι πολύ συχνές και συνήθως εκδηλώνονται ως απογευματινές καταιγίδες, που αρκετές φορές συνοδεύονται από χαλαζόπτωση και ισχυρούς ανέμους. Παρ’ όλα αυτά, οι πηγές νερού πάνω από τα 2.000 μ. είναι σπάνιες και οι επισκέπτες θα πρέπει να μεριμνήσουν ώστε να έχουν πάντα μαζί τους νερό και φυσικά τον απαραίτητο ρουχισμό για κάθε καιρικό ενδεχόμενο.